Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2022

Ο φρικτός θάνατος του Οδυσσέα Ανδρούτσου και το δαχτυλίδι του (Για να πάρετε μια πολύ καλή ιδέα περί εμφυλίου)

 

Πριν διαβάσετε το κείμενο, αναζητήστε πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Οδυσσέα Αντρούτσου.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δολοφονήθηκε το βράδυ της 5ης Ιουνίου του 1825. Το γιατί είχε φυλακιστεί, αν πράγματι είχε προδώσει την Επανάσταση, ποιοι ευθύνονται για το θάνατό του κλπ. είναι μεγάλα ερωτήματα για τα οποία θα διαβάσετε την άποψή μου στο βιβλίο που ετοιμάζω (το κείμενο έχει γραφτεί από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Α. Χατζή). Όμως οι τουρκικές πηγές, που για πρώτη φορά γίνονται αντικείμενο ενδελεχούς επεξεργασίας, έχουν επιβαρύνει πάρα πολύ τη θέση του Οδυσσέα καθώς περιλαμβάνουν μέρος της αλληλογραφίας του με τους Τούρκους Πασάδες, ακόμα και τον Σουλτάνο.

Πάντως ο 37χρονος ήρωας (γιατί ήρωας ήταν οπωσδήποτε ο «Δυσέας») πέθανε με φρικτό τρόπο. Ο πρώην σύντροφός του Γιάννης Γκούρας έμαθε ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει να του δώσει αμνηστία και να τον επαναφέρει στο στράτευμα, ακόμα και σε ηγετική θέση. Ο Γκούρας έτρεμε αυτήν την προοπτική. Αν έβγαινε ο Οδυσσέας από τη φυλακή δεν υπήρχε περίπτωση να μην εκδικηθεί τον παλιό σύντροφό του που τον είχε προδώσει. Επιπλέον, ο Γκούρας θα έχανε την πολιτική δύναμη που είχε. Έτσι, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να πείσει την κυβέρνηση να τον εκτελέσει για εσχάτη προδοσία, έστειλε αμέσως εντολή να δολοφονηθεί ο Οδυσσέας. Έχει ενδιαφέρον το σύνθημα που είχαν συμφωνήσει: «Η τιμή του λαδιού ανέβηκε. Πούλα.»

Είχε νυχτώσει και είχε ψιλόβροχο όταν οι τρεις άνθρωποι του Γκούρα (ο Μήτρος Τριανταφυλλίνας, ο Γιάννης Μαμούρης, και ο Παπακώστας Τζαμάλας) μπήκαν στο κελί του Ανδρούτσου στην Ακρόπολη, αποφασισμένοι να τον δολοφονήσουν χωρίς να χρησιμοποιήσουν όπλα γιατί είχαν σκοπό από την αρχή να το κάνουν να φανεί ως ατύχημα. Επιπλέον ήθελαν πρώτα να τους αποκαλύψει πού είχε κρυμμένους τους θησαυρούς του. Ο Οδυσσέας ήταν νηστικός, βρώμικος, τα ρούχα του κουρέλια, στα χέρια και στα πόδια αλυσοδεμένος με μεγάλες βαριές μπάλες. Όμως και πάλι τους προκάλεσε. «Αφήστε μου το ένα χέρι ελεύθερο και ελάτε».

Για να φανερώσει που είχε κρύψει τον θησαυρό τον βασάνισαν άγρια. Τον χτυπούσαν με τα χέρια και τα κουμπούρια τους. Ένα δυνατό χτύπημα του έκοψε τα χείλια και του έσπασε και δόντια. Ο Οδυσσέας μούγγριζε από τους πόνους. Στο τέλος τον αποτελείωσαν με ένα γνωστό, μέχρι και σήμερα, βασανιστήριο. Καθώς τον κρατούσαν οι άλλοι δύο, ο Τριανταφυλλίνας του έστριψε τα γεννητικά όργανα. Έχασε τις αισθήσεις του από τον φοβερό πόνο αλλά οι τρεις δήμιοι συνέχισαν να τον χτυπούν ενώ ήταν λιπόθυμος. Το μουγκρητό έγινε επιθανάτιος ρόγχος. Αλλά δεν πέθαινε. Χρειάστηκε να τον στραγγαλίσουν.

Το πτώμα του βρέθηκε μπροστά στον Ναό της Αθηνάς Νίκης. Ήταν φανερό τι είχε συμβεί αλλά οι άνθρωποι του Γκούρα κουκούλωσαν την ιατροδικαστική έκθεση και παρουσίασαν τον φόνο ως το αποτέλεσμα της πτώσης από το κελί στη διάρκεια μιας υποτιθέμενης απόπειρας απόδρασης. Είχαν φροντίσει να τυλίξουν ένα σχοινί γύρω από το πτώμα. Βέβαια κανέναν δεν κατόρθωσαν να εξαπατήσουν. Επιπλέον, αν και δεν το είχαν αντιληφθεί, υπήρχε ένας αυτόπτης μάρτυρας. Ο 21χρονος στρατιώτης Κώστας Καλαντζής. 40 χρόνια μετά, το 1863, θα διηγηθεί το τι πραγματικά έγινε στον δικηγόρο Σπυρίδωνα Φόρτη που θα το καταγράψει.

Ένα από τα δαχτυλίδια που φορούσε ο Οδυσσέας (ο οποίος πραγματικά είχε συγκεντρώσει έναν μεγάλο θησαυρό στη σπηλιά του στην Τιθορέα Λοκρίδας – μέχρι και σήμερα ψάχνουν διάφοροι περίεργοι να τον ανακαλύψουν), βρίσκεται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Πάνω στην πέτρα του δαχτυλιδιού είναι χαραγμένος ένας σταυρός και οι λέξεις ΔΙΣΣΕΑ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟ. Το δαχτυλίδι αυτό χάρισε στο μουσείο, στις 19 Ιανουαρίου 1955, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της μεταπολεμικής Ελλάδας, ο Φιλοποίμην Φίνος (ιδιοκτήτης της Φίνος Φιλμ). Ήταν ένα οικογενειακό κειμήλιο που δεν γνωρίζουμε πώς βρέθηκε στα χέρια της οικογένειας αυτής της μεγάλης προσωπικότητας αλλά μπορούμε να φανταστούμε καθώς η οικογένεια κατάγεται από την Τιθορέα (εκεί γεννήθηκε και ο Φίνος). Κάποιος πρόγονος θα βρήκε το δαχτυλίδι στη σπηλιά ή θα το απόκτησε σε κάποια συναλλαγή και η οικογένεια το κράτησε ως κειμήλιο.