Από το ασθενολόγιο του εργοστασίου προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι εμφανίζουν αναπνευστικά προβλήματα αλλά και την ασθένεια του καρκίνου, με τις πιο δύσκολες συνθήκες να επικρατούν στους φούρνους, όπου γίνεται ο καθαρισμός του φωταερίου από την πίσσα, την αμμωνία, τη ναφθαλίνη και το υδρόθειο, υλικά ανθυγιεινά για τον ανθρώπινο οργανισμό. Το ποινολόγιο αναφέρει επίσης ότι θα αφαιρούνται μεροκάματα από όποιον δεν ρίχνει την απαιτούμενη ποσότητα άνθρακα στο στόμιο του φούρνου.
«Το εργοστάσιο ανήκει στην κατηγορία της βαριάς βιομηχανίας, αλλά... είναι ακόμη 19ος αιώνα. Το συνδικαλιστικό κίνημα πήρε υπόσταση στον μεσοπόλεμο (1920-1930), οπότε και οι διεκδικήσεις για τα δικαιώματα των εργατών άρχισαν να γίνονται πιο έντονες. Κανένας δεν τους ανάγκαζε να δουλέψουν υπό αυτές τις συνθήκες, παρά μόνο η οικονομική ανάγκη» σημειώνει ο ιστορικός κ. Γιάννης Στογιαννίδης, ο οποίος ανέτρεξε σε ιστορικά αρχεία και συγκέντρωσε μαρτυρίες συνεργαζόμενος με την επιστημονική ομάδα που υποστήριξε τη δημιουργία του Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου, το οποίο άνοιξε τις πύλες του την περασμένη Κυριακή στην Τεχνόπολη. Ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να περιηγηθεί στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου, να παρακολουθήσει τη γραμμή παραγωγής φωταερίου και να ανακαλύψει ένα ξεχασμένο πια κεφάλαιο της αθηναϊκής Ιστορίας.
«Το φωταέριο ως το 1890 χρησιμοποιείται κυρίως για τον φωτισμό των δρόμων και ίσως για τα εμπορικά καταστήματα και κάποιες βιτρίνες» λέει ο κ. Στογιαννίδης. «Τα σπίτια μέχρι τότε φωτίζονταν με κεριά ή λάμπες πετρελαίου και ο κόσμος ζεσταινόταν με ξυλόσομπες. Η ανατροπή που φέρνει το 1890 το φωταέριο είναι ότι μπαίνει στο σπίτι, δίνει βασικές χρήσεις, όπως είναι η θέρμανση, ο φωτισμός, η λειτουργία της κουζίνας και του θερμοσίφωνα».
Το εργοστάσιο φωταερίου ιδρύεται από τον Γάλλο Φραγκίσκο Θεόφιλο Φεράλδη και όταν το αναλαμβάνει, το 1887, ο ιταλός μεταλλειολόγος Τζιοβάνι Μπατίστα Σερπιέρι δεν αργεί να φθάσει στην ακμή του. Η χρήση του φωταερίου μπαίνει σε πολλά σπίτια. «Το 1880 το εργοστάσιο αριθμεί από 800 ως 1.000 εργάτες, αριθμός που διατηρείται ως τη δεκαετία του 1930».
Το εργοστάσιο είναι ανδροκρατούμενο. Σε αντίθεση με ίδιου τύπου εργοστάσια άλλων χωρών, εδώ γυναίκες εργάζονται μόνο στις διοικητικές υπηρεσίες, στη γραμματειακή υποστήριξη ή στον καθαρισμό. Οι εργαζόμενοι προέρχονται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, κυρίως από γειτονικές της Αθήνας περιοχές, αλλά και αρκετοί από τη νησιωτική και την ηπειρωτική Ελλάδα, ενώ δεν υπάρχουν μετανάστες.
«Τη μεγάλη πληθυσμιακή αλλαγή στο Γκαζοχώρι (η γύρω πυκνοκατοικημένη συνοικία όπου είχαν αρχίσει να εγκαθίστανται εργάτες από το 1860) φέρνει μόλις το 1970 και το 1980 η έλευση των Πομάκων» λέει ο κ. Στογιαννίδης. «Οι συνθήκες ζωής από το 1890 μέχρι το 1930 στο Γκαζοχώρι ήταν υποβαθμισμένες. Υπήρχε εγκληματικότητα και κρούσματα επιδημικών ασθενειών όπως φυματίωση και ελονοσία. Οι κάτοικοι διαμαρτύρονταν για τις συνθήκες διαβίωσης ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Το εργοστάσιο δημιουργούσε προβλήματα στην καθημερινότητά τους με πρώτο και καλύτερο το καυσαέριο που κάλυπτε τα σπίτια και τα ρούχα τους».
Παρ' όλα τα προβλήματα η κατάσταση των εργαζομένων βελτιώνεται. Από το 1950 το προσωπικό αρχίζει να μειώνεται, αυξάνονται όμως τα δικαιώματα και οι παροχές προς τους εργαζομένους, βελτιώνονται οι αμοιβές τους ενώ αυξάνεται δραστικά η εσωτερική οργάνωση του εργοστασίου, το οποίο αποκτά ένα πιο εταιρικό προφίλ. Το φωταέριο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται, κυρίως από κάποιες αθηναϊκές μονοκατοικίες, από νοσοκομεία και από λίγες αλλά μεγάλες βιομηχανίες, όπως η ΕΒΓΑ, η ΟΣΡΑΜ κ.ά. Κοστίζει περίπου κατά 1/5 λιγότερο από τον ηλεκτρισμό, αλλά τελικά η εποχή θα το προσπεράσει: το 1984 το εργοστάσιο κλείνει οριστικά.