Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Σημειώσεις πατριδογνωσίας

 ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΤΑΣΗΣ*ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
​​Τα χρόνια της κρίσης έδειξαν ότι ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας, αν και τάσσεται υπέρ της Ευρώπης, εξακολουθεί να νιώθει δυσανεξία στις ευρωπαϊκές αξίες και πρακτικές. Αυτές θεσπίστηκαν και βιώθηκαν με πληθώρα μορφών από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες στην καθημερινότητα και στη λειτουργία της δημόσιας σφαίρας, της οικονομίας και του κράτους. Ωστόσο, η ελληνική ενσάρκωση των ευρωπαϊκών αξιών και πρακτικών παρουσιάζει ορισμένες ιδιομορφίες ως προς τις επιμέρους πολιτισμικές διαφορές που υφίστανται μεταξύ των άλλων εταίρων.
Συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη, στην Ελλάδα παρατηρείται μια επιπολαιότητα και προχειρότητα στην τήρηση των κανόνων, αλλά και στην εφαρμογή των νόμων. Η χαμηλή αίσθηση ατομικής ευθύνης πηγάζει από μια ασθενή ηθική του καθήκοντος, η οποία δεν καλλιεργείται επαρκώς στην οικογένεια και την εκπαίδευση, συνοδεύεται δε από την απερίσκεπτη απαξίωση κάθε είδους αυθεντίας και μόρφωσης. Συνέπεια αυτών είναι ο ευτελισμός του δημόσιου χώρου και της δημόσιας περιουσίας, όπου, αντί να βιώνουμε ότι ανήκουν σε όλους, νιώθουμε ότι δεν ανήκουν σε κανέναν με αποτέλεσμα να γίνονται αντικείμενα αισθητικής ρύπανσης, ιδιοποίησης ή κατάληψης με ποικίλους τρόπους σπανίως επωφελείς για την κοινωνία. Πράγμα επίσης εμφανές στη σχέση μας με το φυσικό περιβάλλον η οποία, λόγω και της έλλειψης περιβαλλοντικής αγωγής, χαρακτηρίζεται από τη μόλυνση και την ατελή προστασία και φροντίδα του. Οσον αφορά τη δικαιοσύνη, η εφαρμογή των νόμων είναι προβληματική εξαιτίας της χαμηλής αίσθησης ατομικής ευθύνης, της δράσης ομάδων συμφερόντων, αλλά και της στρεβλής λειτουργίας του κράτους λόγω της αναξιοκρατίας, της πολυνομίας, της κακονομίας και της γραφειοκρατίας. Στην πολιτική το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη συχνά δεν αποκλείει τη χρήση βίας ή δεν λαμβάνει υπ’ όψιν την άμιλλα και την αριστεία διακινδυνεύοντας μια υποβάθμιση της δημόσιας σφαίρας. Τούτη γίνεται εμφανής στο χαμηλό πολιτισμικό επίπεδο ικανού μέρους των Ελλήνων πολιτικών, όπως αυτό εκφράζεται στη δημόσια παρουσία τους, στο έλλειμμα γνώσης και εμπειρίας διοίκησης, ηγεσίας και καλλιέργειας. Η σχέση της ελληνικής κοινωνίας με την ελευθερία, παρά την αγάπη που τρέφουμε γι’ αυτή, τους αγώνες και τις θυσίες που έχουν καταβληθεί για χάρη της, χαρακτηρίζεται τακτικά από την έλλειψη μέτρου. Ετσι εκφυλίζεται σε ασυδοσία εκφραζόμενη ως έλλειψη ανεκτικότητας και σεβασμού προς τους άλλους, αποβαίνοντας ταυτόχρονα εις βάρος ενός συλλογικού πνεύματος.
Τόσο η ελευθερία όσο και η δικαιοσύνη πολλάκις αποξηραίνονται σε ιδεολογίες παράγουσες ιδεοληψία λόγω μιας σχετικά αγύμναστης ιστορικής και εθνικής συνείδησης. Η οξειδωτική λειτουργία αυτών στην ελληνική κοινωνία ενισχύεται από μια καχυποψία, η οποία σε συνδυασμό με την έλλειψη ευπρέπειας διαποτίζει τις κοινωνικές σχέσεις και τη δημόσια σφαίρα. Ετσι οι θετικές ενέργειες και συμπεριφορές αποδίδονται αβίαστα σε κρυφά ωφελιμιστικά κίνητρα σχεδόν αποκλείοντας εκ των προτέρων την ανιδιοτέλεια. Οι υπερτερούντες συχνά διαβάλλονται και υπονομεύονται άμεσα ή έμμεσα, ενώ η υπερτέρησή τους προξενεί φθόνο λειτουργώντας ως υπενθύμιση μετριότητας παρά ως παρότρυνση για υπέρβαση. Ως εκ τούτου η δημόσια σφαίρα καθορίζεται περισσότερο από εμπειρικά κίνητρα, την απειλή χρήσης βίας ή την υπόσχεση ανταλλάγματος, και λιγότερο από μια επικοινωνιακή ορθολογικότητα. Ιστορικά η συνύπαρξη καχυποψίας και φθόνου τροφοδότησε πολιτικές της μνησικακίας διατηρώντας ένα υπόβαθρο διχασμού, το οποίο υπό συγκεκριμένες συνθήκες γέννησε καταστροφική διχόνοια.
Δυστυχώς, κριτικές αναλύσεις των παραπάνω, όταν δεν αγνοούνται ή απορρίπτονται κυνικώς, δεν αξιοποιούνται ως έναυσμα αυτοβελτίωσης παρά χρησιμοποιούνται ως άλλοθι αδράνειας, αλλά και νομιμοποιητικά για κοινωνικά επιβλαβείς ή ακόμη και παραβατικές συμπεριφορές. Επιπροσθέτως, η στηλίτευση των κακώς κειμένων, όταν δεν εξαντλείται στη θυμική εκτόνωση ή δεν διολισθαίνει σ’ έναν ηθικό μαζοχισμό, εκλογικεύει μια αρνησιπατρία σπανιότατη σε άλλους Ευρωπαίους. Αντιθέτως η φιλοπατρία σχεδόν στιγματίζεται ιδεολογικά διότι συγχέεται με τον σοβινισμό, ενώ προκρίνεται ένας επαρχιωτικός διεθνισμός που παραγνωρίζει ότι κάθε κοσμοπολιτισμός την προϋποθέτει. Στην πολιτική, τόσο ο εθνικισμός όσο και ο επαρχιωτικός διεθνισμός συνιστούν δύο όψεις της υπεραναπλήρωσης ενός συμπλέγματος εθνικής κατωτερότητας. Λησμονείται ότι η υψηλή ισχύς των οικογενειακών δεσμών, η αλληλεγγύη προς αδυνάτους, η δημιουργικότητα ως ικανότητα αυτοοργάνωσης και αυτοσχεδιασμού, η –παρά τις αντιξοότητες– ηδονιστική και παιγνιώδης στάση ζωής με φιλοτιμία και ανθρωπιά αποτελούν επίσης γνωρίσματα της ελληνικής κοινωνίας. Ζητούμενο παραμένει να συνδυαστούν με μιαν αίσθηση ατομικής ευθύνης, ένα συλλογικό πνεύμα και μια φιλόπονη ευπρέπεια στον αστερισμό μιας ευρωπαϊκής φιλοπατρίας.

*Ο κ. Θεοφάνης Τάσης διδάσκει Σύγχρονη Φιλοσοφία στο Freie Universität Berlin.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου