Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΓΚΑΖΙ




Το «στρατόπεδο συγκέντρωσης» που φώτισε την Αθήνα
Το Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου στην Τεχνόπολη «διηγείται» την ιστορία της εργατικής ζωής στην Ελλάδα από τα μέσα του 19ου ως τα τέλη του 20ού αιώνα
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  03/02/2013  ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ


 
Αν γινόταν να γύριζε ο σημερινός Αθηναίος ενάμιση αιώνα πίσω και να ερχόταν αντιμέτωπος με το εργασιακό περιβάλλον του 1857, χρονιά που ιδρύθηκε το εργοστάσιο φωταερίου στη σημερινή Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων, θα ανακάλυπτε συνθήκες που ίσως του θύμιζαν στρατόπεδα συγκέντρωσης.  Σε μια από τις πρώτες βιομηχανίες της πρωτεύουσας, το εργοστάσιο φωταερίου που δημιουργήθηκε για να καλύψει τις ανάγκες για δημόσιο φωτισμό, η εργασία ξεπερνά το οκτάωρο - το οποίο θα καθιερωθεί στην Ελλάδα μόλις το 1919. Οι εργαζόμενοι δουλεύουν χωρίς μάσκες προστασίας και φόρμες εργασίας (τα μέτρα προστασίας στα εργοστάσια καθιερώθηκαν γύρω στη δεκαετία του 1930).

Από το ασθενολόγιο του εργοστασίου προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι εμφανίζουν αναπνευστικά προβλήματα αλλά και την ασθένεια του καρκίνου, με τις πιο δύσκολες συνθήκες να επικρατούν στους φούρνους, όπου γίνεται ο καθαρισμός του φωταερίου από την πίσσα, την αμμωνία, τη ναφθαλίνη και το υδρόθειο, υλικά ανθυγιεινά για τον ανθρώπινο οργανισμό. Το ποινολόγιο αναφέρει επίσης ότι θα αφαιρούνται μεροκάματα από όποιον δεν ρίχνει την απαιτούμενη ποσότητα άνθρακα στο στόμιο του φούρνου.

«Το εργοστάσιο ανήκει στην κατηγορία της βαριάς βιομηχανίας, αλλά... είναι ακόμη 19ος αιώνα. Το συνδικαλιστικό κίνημα πήρε υπόσταση στον μεσοπόλεμο (1920-1930), οπότε και οι διεκδικήσεις για τα δικαιώματα των εργατών άρχισαν να γίνονται πιο έντονες. Κανένας δεν τους ανάγκαζε να δουλέψουν υπό αυτές τις συνθήκες, παρά μόνο η οικονομική ανάγκη»
σημειώνει ο ιστορικός κ. Γιάννης Στογιαννίδης, ο οποίος ανέτρεξε σε ιστορικά αρχεία και συγκέντρωσε μαρτυρίες συνεργαζόμενος με την επιστημονική ομάδα που υποστήριξε τη δημιουργία του Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου, το οποίο άνοιξε τις πύλες του την περασμένη Κυριακή στην Τεχνόπολη. Ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να περιηγηθεί στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου, να παρακολουθήσει τη γραμμή παραγωγής φωταερίου και να ανακαλύψει ένα ξεχασμένο πια κεφάλαιο της αθηναϊκής Ιστορίας.

«Το φωταέριο ως το 1890 χρησιμοποιείται κυρίως για τον φωτισμό των δρόμων και ίσως για τα εμπορικά καταστήματα και κάποιες βιτρίνες»
λέει ο κ. Στογιαννίδης. «Τα σπίτια μέχρι τότε φωτίζονταν με κεριά ή λάμπες πετρελαίου και ο κόσμος ζεσταινόταν με ξυλόσομπες. Η ανατροπή που φέρνει το 1890 το φωταέριο είναι ότι μπαίνει στο σπίτι, δίνει βασικές χρήσεις, όπως είναι η θέρμανση, ο φωτισμός, η λειτουργία της κουζίνας και του θερμοσίφωνα».

Το εργοστάσιο φωταερίου ιδρύεται από τον Γάλλο Φραγκίσκο Θεόφιλο Φεράλδη και όταν το αναλαμβάνει, το 1887, ο ιταλός μεταλλειολόγος Τζιοβάνι Μπατίστα Σερπιέρι δεν αργεί να φθάσει στην ακμή του. Η χρήση του φωταερίου μπαίνει σε πολλά σπίτια. «Το 1880 το εργοστάσιο αριθμεί από 800 ως 1.000 εργάτες, αριθμός που διατηρείται ως τη δεκαετία του 1930».

Το εργοστάσιο είναι ανδροκρατούμενο. Σε αντίθεση με ίδιου τύπου εργοστάσια άλλων χωρών, εδώ γυναίκες εργάζονται μόνο στις διοικητικές υπηρεσίες, στη γραμματειακή υποστήριξη ή στον καθαρισμό. Οι εργαζόμενοι προέρχονται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, κυρίως από γειτονικές της Αθήνας περιοχές, αλλά και αρκετοί από τη νησιωτική και την ηπειρωτική Ελλάδα, ενώ δεν υπάρχουν μετανάστες.

«Τη μεγάλη πληθυσμιακή αλλαγή στο Γκαζοχώρι
(η γύρω πυκνοκατοικημένη συνοικία όπου είχαν αρχίσει να εγκαθίστανται εργάτες από το 1860) φέρνει μόλις το 1970 και το 1980 η έλευση των Πομάκων» λέει ο κ. Στογιαννίδης. «Οι συνθήκες ζωής από το 1890 μέχρι το 1930 στο Γκαζοχώρι ήταν υποβαθμισμένες. Υπήρχε εγκληματικότητα και κρούσματα επιδημικών ασθενειών όπως φυματίωση και ελονοσία. Οι κάτοικοι διαμαρτύρονταν για τις συνθήκες διαβίωσης ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Το εργοστάσιο δημιουργούσε προβλήματα στην καθημερινότητά τους με πρώτο και καλύτερο το καυσαέριο που κάλυπτε τα σπίτια και τα ρούχα τους».

Η επέλαση του ηλεκτρισμού
Η ελπίδα τους να κλείσει αρχίζει να διαφαίνεται ως προοπτική όταν το 1950 ιδρύεται η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), η οποία παρέχει ηλεκτρισμό στα σπίτια - ενώ ως τότε το ηλεκτρικό ρεύμα χρησιμοποιούνταν κυρίως σε βιομηχανίες και στον φωτισμό δρόμων. «Ηταν φυσικό να παρακμάσει η χρήση του φωταερίου. Ο ηλεκτρισμός ήταν πολύ πιο ασφαλής για τη χρήση στο σπίτι, καθ' ότι το φωταέριο προκαλούσε αρκετές παθήσεις, όπως ασφυξία και δηλητηρίαση, όταν κανείς ξεχνούσε ανοιχτή την παροχή. Αυτό επηρεάζει τους εργαζομένους οι οποίοι μειώνονται περισσότερο του 50% στη δεκαετία του 1950. Οταν μια νέα ενέργεια κερδίζει το καταναλωτικό κοινό της πόλης και της χώρας και κάνει άλματα τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, το φωταέριο παρακμάζει. Το 1938 αποχωρούν οι ξένοι επιχειρηματίες. Και το 1952 ιδρύεται η Δημοτική Επιχείρηση Φωταερίου Αθηνών».

Παρ' όλα τα προβλήματα η κατάσταση των εργαζομένων βελτιώνεται. Από το 1950 το προσωπικό αρχίζει να μειώνεται, αυξάνονται όμως τα δικαιώματα και οι παροχές προς τους εργαζομένους, βελτιώνονται οι αμοιβές τους ενώ αυξάνεται δραστικά η εσωτερική οργάνωση του εργοστασίου, το οποίο αποκτά ένα πιο εταιρικό προφίλ. Το φωταέριο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται, κυρίως από κάποιες αθηναϊκές μονοκατοικίες, από νοσοκομεία και από λίγες αλλά μεγάλες βιομηχανίες, όπως η ΕΒΓΑ, η ΟΣΡΑΜ κ.ά. Κοστίζει περίπου κατά 1/5 λιγότερο από τον ηλεκτρισμό, αλλά τελικά η εποχή θα το προσπεράσει: το 1984 το εργοστάσιο κλείνει οριστικά.

«Ευτυχώς στη δεκαετία του 1980 το έργο διασώθηκε ως βιομηχανικό μνημείο και κηρύχτηκε διατηρητέο»
λέει ο κ. Κωστής Μπιτζάνης, διευθύνων σύμβουλος της Τεχνόπολης. «Στη δεκαετία του 1990 έγινε η αποκατάσταση του εξοπλισμού και των κτιρίων. Το μόνο που απέμενε ήταν να γίνει μουσείο και να διηγηθεί την ιστορία του, κάτι που συνέβη με πρωτοβουλία της τωρινής δημοτικής αρχής και με εντυπωσιακά χαμηλό προϋπολογισμό».

Σύμφωνα με τον κ. Μπιτζάνη, δεδομένου ότι δημιουργήθηκε ένας Τομέας Μουσείων του Δήμου και οι αμοιβές όσων συνεργάστηκαν για το Μουσείο Φωταερίου καλύφθηκαν από την Τεχνόπολη, το κόστος του δεν ξεπέρασε τις 300.000 ευρώ. Το 50% καλύφθηκε από εταιρείες φυσικού αερίου («που θεώρησαν τους εαυτούς τους συνεχιστές της ιστορίας»), το υπόλοιπο από τα έσοδα της Τεχνόπολης.


«Ο Καραγκιόζης γκαζιέρης»
«Οι τέχνες συναντούν τη βιομηχανία» είναι ο τίτλος του αφιερώματος που φιλοξενείται από τις 27 Ιανουαρίου στον χώρο του Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου. Περιλαμβάνει την έκθεση δώδεκα εικαστικών με τίτλο «Υποπροϊόντα», σε επιμέλεια του Αλέξανδρου Ψυχούλη, την έκθεση «Εργάτες» σε επιμέλεια του Πλάτωνα Ριβέλλη, μια φωτογραφική έκθεση αφιερωμένη στα βιομηχανικά θεματικά μουσεία του Πολιτιστικού Ιδρύματος του Ομίλου της Τράπεζας Πειραιώς, προβολές κινηματογραφικών ταινιών με θέμα τη βιομηχανία, σε επιμέλεια της Σώτης Τριανταφύλλου, καθώς και παραστάσεις θεάτρου σκιών από τον Σωτήρη Χαρίδημο με τίτλο «Ο Καραγκιόζης γκαζιέρης».

Το πρώτο Σαββατοκύριακο λειτουργίας του περισσότεροι από 2.000 Αθηναίοι επισκέφθηκαν το Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου - μια πρώτη δικαίωση των υπευθύνων της Τεχνόπολης, οι οποίοι επιδιώκουν η χρηματοδότησή του να καλύπτεται από τις επισκέψεις (1 ευρώ η είσοδος) και το πωλητήριο. Να σημειωθεί ότι στον ιδιαίτερο χώρο του πωλητηρίου όλα τα αντικείμενα, από τα κοσμήματα ως τα σημειωματάρια και τις κασετίνες, συνδέονται με την ιστορία και την αισθητική αυτού του τόσο αναγνωρίσιμου τοπωνυμίου της Αθήνας.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου